Γράφει η Συμώνη Κατραμάδου (Ph.D.)
Αποκριές, κούλουμα, χαρταετοί, χαλβάς, λαγάνες. Λέξεις μυθικές, από μισοσβησμένες παιδικές μνήμες. Στα χρόνια που έζησα έξω, οι αποκριές ήταν μόνο εικόνα στην τηλεόραση, το καρναβάλι του Ρίο με τις ημίγυμνες κρεολές και μουλάτες, ντυμένες με αστραφτερά κοστούμια – μαγιό στολισμένα με λαμπερές παγιέτες και πολύχρωμα φτερά, να λικνίζονται στον ρυθμό της σάμπα. Ένα θέαμα για χάζι που μου άφηνε όμως μια πικρή γεύση στο στόμα, όπως όταν πιεις νερό μετά από ένα ωραίο, ζουμερό πορτοκάλι. Κάτι έλειπε, κάτι που δεν είχε να κάνει με εντυπωσιακή εικόνα, αλλά με κάτι εσωτερικό, με μια χαρά βαθιά, ψυχική.
Ήταν η χαρά της αναμονής για την Ανάσταση, η νηστεία της γιαγιάς για να προετοιμαστεί να δεχθεί την ευλογία αυτής της Ανάστασης, η σαρακοστή στην κουζίνα της μαμάς με περισσότερα όσπρια και ψάρι αν και ποτέ δεν έλλειψε το κρέας για μας τα παιδιά, η δική μου παιδική ανυπομονησία για τις σχολικές διακοπές του Πάσχα, γιορτή μιας θυσίας, ακατανόητη στα παιδικά μου μάτια που όμως νοηματοδοτούσε τη ζωή μας. Τότε ήταν που βρήκα σκονισμένο στην οικογενειακή βιβλιοθήκη ένα από τα έγχρωμα βιβλία του Στράτη Μυριβήλη, θαρρώ το κόκκινο. Και διάβασα την «Αποκριάτικη Ιστορία» του.
Ήτανε λέει μια Αποκριά διαφορετική από τις άλλες, ένα μεσημέρι ύστερα από τα μαύρα χρόνια του ’40 που κρύβαμε τα έθιμά μας μην προκαλέσουν τον εχθρό, μην γίνουν λεία στα σκυλιά του πολέμου. Λίγο μετά και από τα Δεκεμβριανά που έπνιξαν στο αδελφικό αίμα τις ταλαίπωρες ψυχές που μόλις είχαν περάσει μια κατοχή. Η αποκριάτικη γκαμήλα έκανε την εμφάνισή της σε έναν αθηναϊκό δρόμο, φάντασμα αποκριάς από το προπολεμικό παρελθόν, όταν ο φόβος του διπλανού δεν έβαζε παρωπίδες στον κόσμο. Χόρευε αυτή η γκαμήλα «χορό γραφικό και πρωτότυπο, κάτι μεταξύ σάμπας και ζεϊμπέκικου» υπό τους ήχους ενός λαϊκού τραγουδιού που, χρόνια μετά, με την αναγέννηση των ρεμπέτικων, το τραγουδούσαμε χωρίς να καταλαβαίνουμε τα λόγια: «Κάτω στα λεμονάδικα έγινε φασαρία, δυό λαχανάδες πιάσανε που κάναν την κυρία», τραγούδι για τη φτωχολογιά της λαχαναγοράς του Πειραιά που, για να τα βγάλει πέρα εκείνον τον καιρό, κατάφευγε σε κάθε μέσον και η κλοπές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Και εξηγεί ο Μυριβήλης ότι «λάχανο» ήταν το πλούσιο πορτοφόλι με τα πολλά χωρίσματα και «παντόφλα» το απλό, μονόχωρο.
Για τους πορτοφολάδες τραγουδούσανε και χόρευαν, για τη φτώχια και την ανέχεια, φτωχοί κι οι χορευτές και δύσμοιροι, κι άξαφνα τα μπροστινά πόδια της γκαμήλας αντί να χορεύουν προς τα μπρος σε σύμπνοια με τα άλλα μέλη της, γύρισαν τ’ ανάποδα κι άρχισαν να κλωτσούν τα πίσω και οι παριστάμενοι, πρώτη φορά, είδανε «τετράποδο να αυτολακτίζεται» και να βρίζει τον εαυτό του, λες και η γκαμήλα ήταν «εγγαστρίμυθη»! Με τα πολλά, έπεσε η στολή της γκαμήλας κι ο ηττημένος (τα πίσω πόδια) τράπηκε σε φυγή και ο νικητής (τα μπροστινά) έμεινε μόνος ενώπιον του κοινού που περίμενε εξήγηση για τον καυγά. Το όνομα Μάρκος, ιερό την εποχή εκείνη για μια μερίδα των Ελλήνων (όχι, δεν ήταν ο Μπότσαρης ούτε ο Βαμβακάρης), φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν από τους πλανόδιους αρκουδιάρηδες για την αρκούδα τους. Ήταν αρκουδιάρηδες παλιότερα τα πόδια της γκαμήλας, όμως πού ν’ ακούσει ο ηττημένος να ονομάζουν έτσι την αρκούδα! Διότι, στο παρελθόν «ήταν άλλο. Τώρα είναι το κόμμα, είναι ο αρχηγός, είναι η ιδεολογία.» Κι αρπάχτηκαν, όμως «χωρίς κακία» μας βεβαιώνει ο συγγραφέας δια στόματος του νικητή.
Κι έτσι, σε δυο γραμμές, ο Μυριβήλης περιγράφει έναν λαό σε εμφύλιο σπαραγμό, πάμφτωχο άλλα με ισχυρά πάθη, που τελικά τα πλήρωσαν και οι δυο πλευρές. Ο ένας ηττήθηκε, αλλά κι ο άλλος κατάληξε στο αστυνομικό τμήμα των υπόλογων του έθνους. Και μόνο μια ανάσταση μπορούσε να μας σώσει και να μας ενώσει, αλλά ούτε γι’ αυτήν ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να συμφωνήσουμε. Κι έτσι τα έθιμα, ο λαϊκός πολιτισμός μας, έγιναν ο φερετζές (η γκαμήλα) της εθνικής μας διαμάχης, όμως το χιούμορ μας που πηγάζει από μια αρχαία παράδοση της χαράς της ζωής, αυτή που αναζητούσα στις εικόνες του καρναβαλιού, δεν μας έλειψε παρ’ όλες τις αντιξοότητες, ούτε τότε κι ελπίζω, ούτε σήμερα:
«Ξέχασες ότι απαγορεύονται οι μεταμφιέσεις και οι προσωπίδες;
-Εγώ, κύριε αστυφύλακα, ούτε προσωπίδα έβαλα, ούτε μεταμφίεση έκαμα.
Να, με τούτα τα ρούχα και με τούτο το μούτρο γύριζα. […]
-Κι αυτά, τι είναι; τον ρωτάει
-Αυτά είναι…η γκαμήλα, ξηγά ο άνθρωπος.
-Εξάλλου είναι και ο χορός. Δεν ήξαιρες μήπως πως απαγορεύεται κι ο χορός;
-Μα δεν χόρευα εγώ, λέει ο άνθρωπος. Η…γκαμήλα χόρευε!»
(Αποσπάσματα, Αποκριάτικη ιστορία, του Στράτη Μυριβήλη).
Καλές Απόκριες!








