Της Συμώνης Κατραμάδου (Ph.D.)
Ζούσε κάποτε μια γοργόνα που θέλησε να βρει απαντήσεις στους γρίφους της φύσης που βασάνιζαν τότε τις γοργόνες. Εξήγηση στους μύθους και στους θρύλους. Πού οδηγούν οι δρόμοι της ξηράς, που πάνε τα θαλάσσια ρεύματα, από που φυσάνε οι άνεμοι, γιατί πνίγουν τη στεριά οι καταιγίδες, γιατί οι τρικυμίες βουλιάζουν τα καράβια; Γιατί ο πόνος, γιατί το δάκρυ; Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Ταξίδεψε πολύ, ακόμα και νοητά. Ψάχνοντας, ρωτώντας. Είδε μια μέρα τον ήλιο του μεσημεριού κι ονειρεύτηκε ένα άστρο λαμπρό να τη φωτίζει με το θείο του φως. Είδε τα κρινάκια στην ακρογιαλιά κι ονειρεύτηκε ένα αγγελικό χέρι να της δίνει έναν κρίνο. Ένας άνθρωπος που ψάρευε εκεί κοντά είδε τη γοργόνα να αγναντεύει το μέλλον. Ανέβηκε σε έναν θαλασσόβραχο κι έπαιξε με τη φλογέρα του την πιο γλυκιά μελωδία για να την γητέψει. Ένας άλλος που είδε την γοργόνα στα ρηχά, πήρε πινέλο και την ζωγράφισε. Κι ένας τρίτος που είδε τη ζωγραφιά, έχτισε μια εκκλησιά στα ράχτα πάνω από το κύμα και την έβαλε μέσα. Μαγεύτηκε η γοργόνα από τη μελωδία, θαύμασε την εκκλησιά και βγήκε στη στεριά να πάει να δει τη ζωγραφιά. Να δει τον εαυτό της στον κόσμο των ανθρώπων. Να βρει τις απαντήσεις που γύρευε.
Κι έκανε σπίτι της την εκκλησιά, φάρο για τους ψαράδες να βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής, και για τους πρόσφυγες που σπίτι άλλο δεν είχαν. Σημάδι του ορίζοντα για τους περιπλανώμενους, τους ξωμάχους. Γιατί είχε η γοργόνα μια μεγάλη καρδιά και τους χωρούσε όλους. Και από τους θρύλους μιας άλλης εποχής, από το θρησκευτικό σκοτάδι της αρχαιότητας, βρήκε τις απαντήσεις που γύρευε στον δρόμο της χριστιανικής αυγής. Και η γοργόνα έγινε Παναγιά και σκόρπισε το ιλαρό της φως στον κόσμο, πνεύμα αρχαίο αθάνατο, βαπτισμένο στα νάματα της χριστιανοσύνης. Η ιστορία του τόπου και του πολιτισμού μας. Χρόνια Πολλά!








